διαχρίω

διαχρίω [pron. full] [ῑ],
A smear all over, Hp.Fist.3,9, Gp.6.9.1; τινί with a thing, Arist.HA623b30.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαχρίω — (ΑΝ) αλείφω σ όλη την έκταση με αλοιφή, πασσαλείβω …   Dictionary of Greek

  • διαχρίω — διά χράω 2 proclaim pres subj act 1st sg (doric ionic) διά χράω 2 proclaim pres ind act 1st sg (doric ionic) διαχρί̱ω , διά χρίω touch the surface of a body slightly pres subj act 1st sg διαχρί̱ω , διά χρίω touch the surface of a body slightly… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιαχρίω — Α χρίω, αλείφω κάτι ή κάποιον σε όλη την έκταση προηγουμένως («προδιαχρίω τὰς ῥίνας», Διοσκ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + διαχρίω «αλείφω, πασσαλείφω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.